Επιστροφή

Σύνδρομο καρπιαίου σωλήνα

Το σύνδρομο καρπιαίου σωλήνα είναι μία κατάσταση κατά την οποία υπάρχει αυξημένη πίεση σε ένα νεύρο που διασχίζει την πρόσθια επιφάνεια του καρπού (μέσο νεύρο). Το νεύρο αυτό βρίσκεται σε έναν σωλήνα, μαζί με τους τένοντες που λυγίζουν τα δάκτυλα του χεριού. Εάν αυτός ο σωλήνας δεχτεί εξωτερική πίεση, ή εάν ο χώρος του σωλήνα μειωθεί από διάφορα αίτια, ασκείται αυξημένη πίεση στο νεύρο, που συνήθως έχει ως αποτέλεσμα τον πόνο ή τις αιμωδίες (μουδιάσματα) στoν αντίχειρα, το δείκτη και το μέσο δάκτυλο του χεριού. Τα συμπτώματα αυτά συνήθως γίνονται χειρότερα κατά τη νύχτα. Το σύνδρομο καρπιαίου σωλήνα είναι περισσότερο συνηθισμένο στις γυναίκες από ότι στους άνδρες και σχετίζεται μερικές φορές με αρθρίτιδα, εγκυμοσύνη, κατάγματα του καρπού, διαβήτη ή προβλήματα με το θυρεοειδή αδένα. Πάντως, για τους περισσότερους ασθενείς δεν υπάρχει μία ιδιαίτερη αιτία.

Εάν τα συμπτώματα είναι ήπια, η πάθηση μπορεί να αντιμετωπιστεί με έναν ειδικό νάρθηκα για τον καρπό που χρησιμοποιείται κατά τις νυχτερινές ώρες. Ένα άλλο θεραπευτικό μέσο είναι η έγχυση (ένεση) στεροειδούς φαρμάκου κοντά στον καρπιαίο σωλήνα, που μπορεί να μειώσει τις αιμωδίες ή τον πόνο στους περισσότερους ανθρώπους, αλλά τα συμπτώματα συνήθως επανέρχονται στους περισσότερους ασθενείς μετά από μερικές εβδομάδες ή μήνες. Εάν τα συμπτώματα είναι σοβαρής μορφής ή τα προηγούμενα θεραπευτικά μέσα αποτύχουν, τότε ενδείκνυται η χειρουργική θεραπεία.

Στην περίπτωση που υπάρχει μία σαφής υποκείμενη νόσος που προκαλεί το σύνδρομο καρπιαίου σωλήνα και αντιμετωπιστεί, τότε τα συμπτώματα εξαφανίζονται. Όταν όμως δεν υπάρχει υποκείμενη αιτία και η πάθηση δεν αντιμετωπιστεί χειρουργικά τότε υπάρχει κίνδυνος για μόνιμη βλάβη του νεύρου. Αυτό μπορεί να προκαλέσει την ατροφία των μυών στον αντίχειρα, ενώ τα μουδιάσματα μπορεί να γίνουν μόνιμα, και σε αυτό το στάδιο η χειρουργική επέμβαση ίσως να μη βελτιώσει τα συμπτώματα.

Η χειρουργική επέμβαση γίνεται σε συνθήκες χειρουργείου και υπό τοπική αναισθησία. Η συνήθης διάρκεια είναι 15 λεπτά περίπου. Κατά την εγχείρηση γίνεται μία τομή στην παλάμη του χεριού κοντά στην περιοχή του καρπού, η οποία συνεχίζεται σε βάθος, μέχρι να κοπεί ο εγκάρσιος σύνδεσμος ο οποίος αποτελεί την οροφή του καρπιαίου σωλήνα και ασκεί πίεση στο μέσο νεύρο. Η διατομή αυτού του συνδέσμου συνεπάγεται την άρση της πίεσης στο νεύρο. Στο τέλος της επέμβασης γίνεται σύγκλειση του τραύματος με ράμματα, συνήθως τρία έως τέσσερα.

Μετά την επέμβαση ο ασθενής εξέρχεται της κλινικής την ίδια μέρα, ενώ φέρει στο χέρι επίδεσμο και ανάρτηση. Η αφαίρεση ραμμάτων γίνεται σε δέκα ημέρες περίπου. Είναι σημαντικό από την ημέρα του χειρουργείου ο ασθενής να κάνει συνεχώς κινήσεις στα δάκτυλα προκειμένου να μειωθεί το μετεγχειρητικό οίδημα.

Έχει παρατηρηθεί ότι στις περισσότερες περιπτώσεις (περίπου στο 75% των περιπτώσεων) τα συμπτώματα υποχωρούν πολύ γρήγορα μετεγχειρητικά. Σε μικρό ποσοστό ασθενών αυτά υποχωρούν μέσα σε έξι το πολύ μήνες.